,κ,C

Ομιλία του Προέδρου της ΔΗΜΑΡ, Θανάση Θεοχαρόπουλου, στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής

16/12/2017

“Συντρόφισσες και σύντροφοι, χαίρομαι ιδιαίτερα που είμαστε πάλι εδώ για να συζητήσουμε πολιτικά.

Αν το 2015 αποτέλεσε ένα κομβικό σημείο στην προσπάθειά μας να συγκροτήσουμε έναν ισχυρό φορέα της ελληνικής κεντροαριστεράς, σήμερα, μετά και τις εκλογές για την ανάδειξη επικεφαλής του φορέα που έφεραν στις κάλπες 210 χιλιάδες πολίτες, μπορούμε πλέον να μιλάμε για τομή.

Γιατί ναι, σύντροφοι, ήρθε ο καιρός, με τα κατάλληλα βήματα, να κεφαλαιοποιήσουμε και ποιοτικά αλλά και ποσοτικά, αυτό που ξεκινήσαμε τον Σεπτέμβριο του 2015. Και βεβαίως αυτή η κεφαλαιοποίηση δεν μπορεί να γίνει χωρίς τις δυνάμεις που ξεκίνησαν αυτή την προσπάθεια, του ιδεολογικού φορτίου και  των αποσκευών που αυτές κουβαλούν.

Αλλά πριν εισέλθω σε βάθος στα θέματα του χώρου μας είναι απαραίτητο να ρίξουμε μια ματιά σ’ όσα συμβαίνουν στον κόσμο γύρω μας.

Ο κ. Τσίπρας πρόσφατα επισκέφτηκε τις ΗΠΑ. Πήγε στη Νέα Υόρκη ως θύτης για να αναζητήσει θύματα για επενδύσεις σε μια χώρα που η κυβέρνησή της πιστεύει στα επιδόματα και όχι στην ανάπτυξη. Και έγινε ο ίδιος θύμα-επενδυτής του κ. Τραμπ που δήλωσε ότι η φτωχή Ελλάδα αναβαθμίζοντας τα F16 της θα δώσει δουλειά σε τέσσερεις χιλιάδες Αμερικανούς.

Μόλις πριν λίγες μέρες ο Πρόεδρος Τραμπ φρόντισε βέβαια να «επιβεβαιώσει» με τον πιο ηχηρό τρόπο την διαπίστωση που είχε κάνει ο Έλληνας πρωθυπουργός κατά την επίσκεψή του, πως ό,τι κάνει είναι για το καλό. Ο «καλός» τελικά Τραμπ λειτούργησε ως πυροκροτητής πάνω σε φορτίο με εκρηκτικά με την αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του ισραηλινού κράτους παρά τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Πρόκειται για μία απαράδεκτη ενέργεια του προέδρου των ΗΠΑ, που παραβιάζει τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, για λύση δύο κρατών, και περιφρονεί ουσιαστικά την παγκόσμια κοινή γνώμη. Τέτοιες ενέργειες μπορεί να επιφέρουν σοβαρές γεωπολιτικές συνέπειες. Καλούμε τον κ. Τσίπρα και την κυβέρνησή του να αναλάβουν σχετικές πρωτοβουλίες και να μην εντάξουν και αυτό το θέμα διεθνούς δικαίου σε μία μικροπολιτική σκακιέρα. Η χώρα μας ιστορικά προσπαθεί να συμβάλλει αποφασιστικά στην ειρήνευση στην περιοχή, δεν είναι δυνατόν να σταματήσει να το πράττει αυτό σήμερα.

Επίσης αυτές τις μέρες ο κ. Τσίπρας βρέθηκε στο Παρίσι στη Διάσκεψη για το κλίμα όπου ο Πρόεδρος Μακρόν έστρεψε καθαρά τα πυρά του κατά του Τραμπ, ο οποίος απέσυρε τις ΗΠΑ από τη Συμφωνία για το κλίμα. Αν κάποιος από εσάς ξέρει τι παρέμβαση για το θέμα του κλίματος έκανε ο κ. Τσίπρας τον παρακαλώ πολύ να με ενημερώσει. Όπως η παλιά διαφήμιση έλεγε Σαράφης στον Πειραιά, Σαράφης στα Τρίκαλα, Σαράφης και στο Παρίσι στην περίπτωση του κ. Τσίπρα θα λέγαμε λίγος στην Αθήνα, λίγος στη Νέα Υόρκη, λίγος και στο Παρίσι.

Όσο για την επίσκεψη Ερντογάν είναι κάτι περισσότερο από προφανές ότι αυτή δεν εξελίχθηκε θετικά. Εδώ και 1,5 χρόνο, μετά το πραξικόπημα στην Τουρκία, είμαστε μόλις η 2η χώρα, μετά την αυταρχική και συντηρητική Πολωνία, που προσκαλεί επίσημα τον Τούρκο Πρόεδρο.

Σε κάθε περίπτωση, η επίσημη πρόσκληση στον Τούρκο Πρόεδρο και η επίσκεψή του έπρεπε να γίνουν όμως μόνο εφόσον είχε διασφαλισθεί τουλάχιστον ότι δεν θα υπάρξει εικόνα δημόσιας αντιπαράθεσης, ιδίως στα κρίσιμα εθνικά θέματα. Η Τουρκία όμως άνοιξε διμερή θέματα δημοσίως και με τον πιο επίσημο τρόπο. Η δημόσια αντιπαράθεση που υπήρξε δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας μας. Ο κ. Ερντογάν επέβαλλε δημοσίως την ατζέντα του. Καμιά σοβαρή προετοιμασία και πρωτοφανής ερασιτεχνισμός από την πλευρά της χώρας μας. Η επιπολαιότητα όμως στα εθνικά θέματα δεν δικαιολογείται.

Σε κάθε περίπτωση, η διεθνής νομιμότητα εξασφαλίζεται από τη ισχύ της Ε.Ε. ως συνόλου και από τους διεθνείς οργανισμούς, τις διεθνείς συνθήκες και συμβάσεις.

Διαφωνώ όμως και με την αναβίωση οποιασδήποτε εθνικιστικής ατζέντας και των σχετικών της επιχειρημάτων. Ο χώρος μας έχει ταχθεί σταθερά απέναντι σε μία τέτοια λογική.

Έχουμε εξάλλου ξεκαθαρίσει ότι η θέση μας είναι ότι δεν θα πρέπει να κλείσει ο δρόμος της Τουρκίας προς την Ευρώπη. Θα πρέπει να υπάρξουν αυστηρές συστάσεις και προειδοποιήσεις προς την Τουρκία για δημοκρατικές κατακτήσεις που θεωρούνται δεδομένες στην Ε.Ε., αλλά ο δρόμος θα πρέπει να παραμείνει ανοιχτός για να διευκολυνθούν οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις στην Τουρκία. Δεν θα πρέπει να διευκολυνθούν οι εθνικιστές σε κάθε πλευρά. Κάθε αντίθετη εξέλιξη που θα σπρώξει την Τουρκία στον απομονωτισμό και εκτός ευρωπαϊκής προοπτικής είναι αντίθετη στα συμφέροντα τόσο της Ε.Ε. όσο και ειδικά της χώρας μας.

 

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Εμείς σταθερά  υποστηρίζουμε ότι η λύση για την Ε.Ε. είναι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Για αυτό χαιρετίζουμε την θέση του κ. Σουλτς που τόνισε ότι όραμά του είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Ακριβώς αυτό είναι και το δικό μας όραμα, η ενοποίηση της Ευρώπης σε όλα τα επίπεδα. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία επιτέλους οφείλει να αναλάβει πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση γιατί η Ε.Ε. κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η χώρα μας πρέπει να είναι έτοιμη με υπευθυνότητα να συμμετέχει σε μια σειρά θέματα που θα ανοίξουν αμέσως μετά τον σχηματισμό κυβέρνησης στη Γερμανία, όπως το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, ο Υπουργός Οικονομικών της Ευρωζώνης και η Κοινή Άμυνα και Ασφάλεια. Ζητήματα που πρέπει να τα εντάξουμε στη λογική της ομοσπονδιοποίησης.

Το προηγούμενο χρονικό διάστημα δυστυχώς είχαμε την πρόταση για την Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων και τώρα ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κ. Τουσκ προέβη σε μία βαθιά αντιευρωπαϊκή πρόταση για το προσφυγικό προς τους ηγέτες των χωρών της Ε.Ε., προτείνοντας την κατάργηση του συστήματος των υποχρεωτικών ποσοστώσεων. Το προσφυγικό όμως πρέπει να αντιμετωπισθεί με κοινές πολιτικές, αφορά το σύνολο της Ευρώπης. Δεν είναι δυνατόν να επιβραβεύονται όσοι έχουν μία εθνοκεντρική αντίληψη.

Η λύση είναι μία: υποχρεωτική μετεγκατάσταση, δίκαιη κατανομή και επιμερισμός μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., εφαρμογή των αρχών της Ε.Ε., της αλληλεγγύης, και κοινή ευρωπαϊκή αντιμετώπιση του προσφυγικού. Με ταυτόχρονη βέβαια συνέχιση εφαρμογής της συμφωνίας Ε.Ε. – Τουρκίας. Η χώρα μας πρέπει επιτέλους να διαπραγματευθεί αποτελεσματικά με βάση αυτό το πλαίσιο και δημιουργώντας τις κατάλληλες συμμαχίες στην Ε.Ε.

Τι γίνεται με τα εσωτερικά όμως;

Από το «ηθικό πλεονέκτημα» του ΣΥΡΙΖΑ βρεθήκαμε στις μπίζνες Καμμένου και από εκεί στον βυθό του Σαρωνικού. Και όταν βγήκαμε για να ανασάνουμε αντί για συνεργεία καθαρισμού των ακτών βρήκαμε μπροστά μας έναν προϋπολογισμό να μας στέλνει ξανά στον πάτο. Που καταλήγουμε; Στην απουσία πολιτικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για το μέλλον της χώρας.

Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τους κυβερνητικούς χειρισμούς μόνο του τελευταίου τριμήνου, τόσο στο εσωτερικό όσο και στις διεθνείς σχέσεις, ως ένα καράβι που το εμπόρευμά του είναι γεμάτο με κασόνια φορτωμένα με λάθη. Δεν είναι όμως σκέτα κασόνια με λάθη, είναι και λαθραία. Γιατί αποτελούν προϊόν λαθρεμπορίου των ιδεών και των αρχών της αριστεράς. Χρησιμοποίησαν την Αριστερά και τις ιδέες της για να φτάσουν ως την εξουσία και να χτίσουν μετά την παραμονή τους σ’ αυτήν. Μια εξουσία που δεν έχει σχέση όχι μόνο με την Αριστερά, αλλά και με οποιαδήποτε -αριστερή ή δεξιά- ικανότητα διακυβέρνησης και διαχείρισης.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς;

Λίγες εβδομάδες πριν είχαμε την αργή αντίδραση από την κυβέρνηση, που «σκεπτόταν» τις κινήσεις της όταν ο χρόνος απαιτούσε να ενεργεί. Εννοώ το δράμα από τις πλημμύρες στην Δυτική Αττική που ανέδειξε τις εγκληματικές παραλήψεις και την αδιαφορία της κυβέρνησης. Και από την άλλη η Περιφέρεια της κ. Δούρου μήνυσε ουσιαστικά την Περιφέρεια της κ. Δούρου! Τι να πει κανείς; ΣΥΡΙΖΑ το μεγαλείο σου!

Βεβαίως εδώ αξίζει να επισημάνω ότι πολλές από τις αδυναμίες της κυβέρνησης είναι και αδυναμίες του πολιτικού και παραγωγικού μας συστήματος πριν να έρθει στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ. Όποιος ποντάρει στο όνομα μιας στείρας αντιπολίτευσης κάνει λάθος, γιατί τότε δεν πρέπει να τρέφουμε κι άλλες αυταπάτες ότι αυτό που θα έλθει μετά τον ΣΥΡΙΖΑ θα είναι πολύ καλύτερο. Χωρίς βαθιά ανάλυση των λαϊκίστικων και πελατειακών πλευρών του πολιτικού συστήματος της χώρας τίποτα αξιόλογο δεν θα έρθει.

 

Οι λύσεις, για παράδειγμα, σε θέματα όπως οι πλειστηριασμοί, η πώληση μονάδων παραγωγής της ΔΕΗ, η αλλαγή στη νομοθεσία για τις απεργίες δεν είναι απλές ούτε δίχως κόστος.

Οι τράπεζες είναι η καρδιά της οικονομίας και πρέπει να καθαρίσουν από τα κόκκινα δάνεια για να μπορέσουν να ξαναχρηματοδοτήσουν την οικονομία και την μικρομεσαία επιχείρηση. Καταβάλλοντας όμως και αυτές το κόστος που τους αναλογεί. Αλλιώς ανάπτυξη δεν βλέπουμε. Η κυβέρνηση θα έπρεπε πρώτα να προχωρήσει σε σαφή διαχωρισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών από τους συνεπείς οφειλέτες. Ταυτοχρόνως, πρέπει να εξασφαλιστεί η πρώτη κατοικία των λεγόμενων λαϊκών νοικοκυριών. Επειδή δεν έχουν επιτευχθεί αυτά από την σημερινή κυβέρνηση οι κοινωνικές συνέπειες μπορεί να είναι οδυνηρές και απρόβλεπτες.

Όσον αφορά τη ΔΕΗ, δεν μπορεί να ονομάζεται μεταρρύθμιση η πώληση δύο λιγνιτικών μονάδων, για τις οποίες είναι αμφίβολο αν θα βρεθεί και επενδυτής. Χρειάζεται ένας μεσοπρόθεσμος σοβαρός σχεδιασμός για προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και απεξάρτηση από τον λιγνίτη. Αλλιώς να μην πηγαίνει ο κ. Τσίπρας να επιδεικνύει στο Παρίσι την ευαισθησία του για την κλιματική αλλαγή. Εξάλλου, το έχουν πετύχει οι σκανδιναβικές χώρες με πολύ λιγότερα πλεονεκτήματα από τη δική μας για τέτοιες επενδύσεις. Όμως οι επενδύσεις και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι ιστολογικά ασύμβατες όπως έχει αποδειχθεί.

Όσον αφορά τις απεργίες, ο συνδικαλιστικός νόμος πρέπει να αναδιαρθρωθεί. Σήμερα απαιτείται ένας συνδικαλιστικός νόμος προσαρμοσμένος στις ανάγκες της εποχής. Εμείς τασσόμαστε σταθερά υπέρ ενός υγιούς συνδικαλισμού καθώς αυτός μπορεί και πρέπει να παίξει καθοριστικό ρόλο στην προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων. Σήμερα έχουμε ένα νόμο που φτιάχτηκε πριν 35 χρόνια. Αυτός ήταν μια δημοκρατική κατάκτηση για εκείνη την εποχή, αλλά σε συνθήκες εντελώς διαφορετικές από τις σημερινές. Δεν είναι δυνατόν να ισχυρίζεται κανείς σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, ότι πρέπει να μείνουν όλα ίδια. Δεν πρέπει κάποτε να εκσυγχρονίσουμε τον συνδικαλιστικό νόμο; Όχι βεβαίως επιδιώκοντας την ακινησία, ούτε με τα «αποφασίζουμε και διατάσσουμε» των θεσμών. Χρειάζεται διαβούλευση με τους κοινωνικούς φορείς και ευρεία συναίνεση για τέτοιες αλλαγές. Δυστυχώς όταν δεν προτείνεις εσύ εγκαίρως τις απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές, φθάνεις στο τέλος να δεχθείς τα πάντα.

 

Στα της συγκυβέρνησης τώρα, πολιτικά έκθετος παραμένει ο κ. Καμμένος. Με αυτά που έχουν αποκαλυφθεί σε σχέση με την Σαουδική Αραβία και την Υεμένη έχει αρθεί η θετική γνωμοδότηση της Επιτροπής Εξοπλιστικών Προγραμμάτων. Και είναι η πρώτη φορά που η Επιτροπή φτάνει στο σημείο να αναιρέσει την θετική της γνώμη. Πρόκειται για πολιτική ήττα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Αποδείχθηκε για άλλη μία φορά ότι ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται σε ομηρία από τον Πάνο Καμμένο και ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αποκόπτεται από αρχές και αξίες της αριστεράς. Αδιαφάνεια σε εξοπλιστικά προγράμματα, μη πληρεξούσιοι – μεσάζοντες και κατάχρηση εξουσίας δεν είναι ενέργειες που μπορούν να γίνουν αποδεκτές σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου. Η συγκάλυψη και η ανοχή σε τέτοια θέματα αποτελούν συνενοχή.

Ταυτοχρόνως, όσα έχουν ήδη αποκαλυφθεί για την πώληση όπλων σε σχέση με την Σαουδική Αραβία και την Υεμένη δεν μπορούν να αφήνουν κανένα αδιάφορο. Πλέον γίνεται απολύτως σαφές ότι δεν πρέπει να συνεχισθεί η πώληση οπλικών συστημάτων στην Σαουδική Αραβία.

Για όλα τα παραπάνω η θέση μας είναι ξεκάθαρη και για αυτό την υποστηρίξαμε και εμπράκτως: καμία σύμφωνη γνώμη για την συνέχιση αυτής της συμφωνίας πώλησης αυτών των οπλικών συστημάτων στην Σαουδική Αραβία δεν μπορεί να υπάρξει.

Μέσα σε αυτές τις πολιτικές συνθήκες το σχέδιο για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης αποτυπώνεται στον προϋπολογισμό που συζητείται αυτές τις μέρες. Όπως επισήμανα και στην ομιλία μου στη Βουλή, ο προϋπολογισμός αυτός το μόνο που αναδεικνύει είναι την αντικοινωνική πολιτική δογματικής λιτότητας.

Αυτός ο προϋπολογισμός, που θα αφορά το επόμενο έτος, δεν έχει καμία αναπτυξιακή πνοή και διάσταση, δεν εδράζεται σε κάποιο αναπτυξιακό σχέδιο. Στηρίζεται σε μεμονωμένες ενέργειες που μοναδικό στόχο έχουν να «βγουν τα νούμερα», με πρώτο απ’ όλα το δυσθεώρητο πρωτογενές πλεόνασμα.

Για να βγουν όμως τα νούμερα δεν υπάρχει καμία άλλη πρόταση από αυτήν για την παράταση της φοροεπιδρομής. Το πρόβλημα όμως συνεχίζει να είναι η στενή φορολογική βάση.

Έτσι όσοι φορολογούνται σ’ αυτόν τον τόπο υπερφορολογούνται. Εδώ, πέρα από τη μεγάλη φτώχεια ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων κρύβεται και η φοροδιαφυγή. Με αυτή την έννοια στην Ελλάδα έχουμε και υπερφορολόγηση για τους πολλούς (φτωχούς και μεσαίους) αλλά και υποφορολόγηση για άλλους. Αν δεν το λες αυτό κοινωνική αδικία, τι το λες; Εδώ σε θέλω Αριστερά να περπατάς στα κάρβουνα.

Ας δούμε όμως και πόσο δίκαιος είναι και ο προϋπολογισμός για το 2018.

Πρώτον. Οι άμεσοι φόροι ανέρχονται στα 20,8 δις ευρώ, οι έμμεσοι στα 27,4. Αναλογία έμμεσων προς άμεσους 1,33. Όλα τα προηγούμενα χρόνια ήταν χαμηλότερη. Έμμεσοι και άμεσοι φόροι στην χώρα μας είναι σε αναλογία 44% οι έμμεσοι, 26% οι άμεσοι. Στην Ευρωζώνη, 33% και 32%. Συγχαρητήρια! Αυτή είναι η αριστερή πολιτική; Και συνεχίζουν να μιλούν για δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών, όταν ουσιαστικά επενδύουν στους έμμεσους φόρους.

Και επειδή στον ΣΥΡΙΖΑ δυσφορούν με την κριτική, ιδίως τις από ανεξάρτητες αρχές, βάλλουν εναντίον του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής και φροντίζουν να «αποστρατεύσουν» τον επιστημονικό υπεύθυνο της Αρχής, οι εκθέσεις της οποίας αποτυπώνουν την αληθινή κατάσταση και όχι την εικονική πραγματικότητα του κ. Τσίπρα. Βάλλον εναντίον όσων επαινούσαν πριν όταν επεσήμαιναν τις αστοχίες και τα λάθη των προηγούμενων κυβερνήσεων. Τόσο ανοικτοί, τόσο δημοκράτες και κυρίως τόσο σίγουροι στην αλαζονεία τους.

Για να έρθουν στη συνέχεια να στήσουν κάτι σαν φιλανθρωπική οργάνωση που μοιράζει επιδόματα, αγνοώντας το τι σημαίνει ενισχύω τις κοινωνικές υπηρεσίες. Η φιλανθρωπία όμως όταν την ασκούν ιδρύματα έχει ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα, αλλά όταν την ασκούν οι κυβερνήσεις είναι αναποτελεσματική. Εκτός και αν εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κυβέρνηση, αλλά με Ίδρυμα ή ΜΚΟ.

Βιώσιμη ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει γιατί επί δύο και πλέον χρόνια αυτή η κυβέρνηση έφερε στα ακραία τους όρια όλες τις παθογένειες της μεταπολίτευσης και τίποτα από τα θετικά της.

Ο κ. Τσακαλώτος δήλωσε, μέσα σ’ όλο αυτό το πλαίσιο, ότι «αυτός ο προϋπολογισμός είναι όσο δίκαιος νομίζουμε εμείς ότι μας επιτρέπουν οι αντικειμενικές συνθήκες, μέσα στις οποίες ζούμε και που θέλουμε να αλλάξουμε». Αλήθεια; Το δίκαιο είναι θέμα γνώμης; Είναι θέμα του τι νομίζουμε; Κοιτάτε να δείτε που εγώ νόμιζα ότι είναι αντικειμενικό ζήτημα. Υπάρχει ή δεν υπάρχει και δεν εξαρτάται από τη γνώμη κανενός. Φαίνεται θα είχα αυταπάτες ή μάλλον θα πρέπει να ξεχάσουμε όλες τις αρχές του κράτους Δικαίου και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Δεύτερον. Προβλέπεται αύξηση των εσόδων, που περιλαμβάνει αυξήσεις στις εισφορές των επαγγελματιών, παρεμβάσεις στα επιδόματα, κατάργηση της μείωσης του φόρου εισοδήματος για ιατρικές δαπάνες, μείωση της διαθέσιμης δαπάνης για το επίδομα πετρελαίου θέρμανσης κατά 50%. Ποιους θα επηρεάσουν όλα αυτά; Τους πλούσιους; Όχι φυσικά.

Βεβαίως η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός στη χώρα δεν γεννήθηκε αλλά διευρύνθηκε από τη σημερινή κυβέρνηση. Για να είμαστε δίκαιοι και σωστοί είναι αποτέλεσμα και της συνύπαρξης ενός γενικότερου σαθρού πολιτικού συστήματος με παρασιτικά στρώματα που διαπερνούν εγκάρσια τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Πελατειασμός και κρατισμός, αλλά για να υπάρχουν αυτά χρειάζονται δυο, δεν αρκούν μόνο τα πολιτικά κόμματα και οι κυβερνήσεις. Χρειάζεται και ιδιωτική συμμετοχή, δεν φτάνει μόνο η κρατική. Ταγκό με ένα άτομο είναι παρωδία, πελατειακές σχέσεις και διαφθορά μόνο με μια πλευρά είναι καρικατούρα. Εμείς στον χώρο μας δεν μάθαμε να χαϊδεύουμε τα αυτιά κανενός!

Τρίτον. Η προβλεπόμενη εξοικονόμηση θα προκύψει με τον πιο αντικοινωνικό τρόπο, από περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες και κατά 1,6 δις ευρώ από το συνταξιοδοτικό. Την ίδια στιγμή παγώνουν το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Κάνουν δηλαδή τα αντίθετα απ’ όσα χρειάζεται η χώρα για να βγει στην ανάπτυξη.

Το θέμα όμως δεν είναι μόνο το τι κάνουν αλλά και γιατί το κάνουν. Και το κάνουν γιατί- αντιθέτως με όσα δήλωναν πριν έρθουν στην εξουσία- όχι μόνο δεν θα κάνουν «επανάσταση» αλλά δεν θέλουν να αλλάξουν και τίποτα από τον χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας και από τον τύπο του παραγωγικού συστήματος της χώρας.

Ένα είναι το συμπέρασμα. Δεν θέλουν να θίξουν κατεστημένα συμφέροντα. Μιλούν για ταξική πολιτική κρύβοντας ότι θέλουν όλα να παραμείνουν ως είχαν μέχρι σήμερα με την προσθήκη κάποιων επιδομάτων. Μιλούν για τάξεις, ανισότητες κρύβοντας πως φοβούνται να θίξουν οτιδήποτε έχει σχέση με αυτά. Γιατί; Για να παραμείνουν στην εξουσία ή για να διατηρήσουν υψηλά ποσοστά έχουν αποφασίσει τη μόνη αλλαγή που θα κάνουν να είναι η «αλλαγή των τζακιών».

Η Ελλάδα βρίσκεται σε αδιέξοδο, οι πολίτες έχουν ξεπεράσει τα όρια της αντοχής τους. Με αυτή την πολιτική ουσιαστικά θα συνεχίσουν τα αδιέξοδα.

Και αυτήν την πολιτική και αυτά τα αδιέξοδα προτείνει και η ΝΔ και το πρόγραμμα του σημερινού Συνεδρίου της.

Όσα ανέφερα εδώ ισχύουν και για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η λύση δεν βρίσκεται στην συνέχιση των αδιέξοδων πολιτικών με δεξιό πρόσημο. Η ΝΔ προτείνει «λύσεις» σε εισαγωγικά. Μόνο που οι «λύσεις» της είναι αυτές του ΣΥΡΙΖΑ απαλλαγμένες από το φόβο ότι δεν «συνάδουν με τις γραμμές τους», όπως ισχυρίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ. Η ΝΔ παραμένει μία βαθιά συντηρητική δύναμη. Και υπό τον κ. Μητσοτάκη δείχνει απόλυτα δέσμια πολιτικών και πρακτικών της παραδοσιακής δεξιάς του κρατισμού και των πελατειακών σχέσεων.

Οι πολιτικές που ασκούνται σήμερα είναι και πολιτικές της ΝΔ, μόνο που αυτή τις πιστεύει, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ παριστάνει ότι του επιβάλλονται.

Η ΝΔ ομολογεί ότι πιστεύει σ’ αυτή την αδιέξοδη για εμάς πολιτική, ενώ σήμερα το κυβερνών κόμμα κάνει ό,τι κάνει δικαιολογούμενο με αριστερούς βερμπαλισμούς. Αυτή δηλώνει καθαρά ότι δεν θα δώσει μάχη για τη μείωση των ανισοτήτων, γιατί πιστεύει πως αυτές είναι κάτι το φυσικό. Καμία πρωτοτυπία. Κλασική δεξιά αντίληψη. Καμία σχέση με τον φιλελευθερισμό.

Αυτό το μίγμα οικονομικής πολιτικής που περικόπτει κοινωνικές δαπάνες, αυξάνει τις επιβαρύνσεις σε μια ήδη εξοντωμένη κοινωνία και περιστέλλει το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, αποτελεί τον κοινό τόπο συνάντησης του ΣΥΡΙΖΑ με τη ΝΔ.

Τα δύο αυτά κόμματα επιχειρούν να στήσουν μία καρικατούρα δικομματισμού, κατώτερη των περιστάσεων και των αναγκών της χώρας. Τεχνητή πόλωση, διχασμός, άγονες συγκρούσεις προσωπικού και όχι πολιτικού επιπέδου δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα.

Τα προβλήματα όμως της χώρας δεν αντιμετωπίζονται με τη λογική «φύγε εσύ, έλα εσύ». Η έξοδος από την κρίση απαιτεί εθνική συνεννόηση, όσο νωρίτερα το καταλάβουν ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ τόσο το καλύτερο για τη χώρα.

 

Εδώ έρχεται η δική μας πρόταση που μας τοποθετεί στον αντίποδα πολιτικών που άλλοι τις πραγματοποιούν και κλαίγονται παριστάνοντας ότι δεν τους αρέσει και άλλοι τις κριτικάρουν σήμερα, αλλά όταν έρθουν στην εξουσία θα τις εφαρμόζουν και θα τις νομιμοποιούν και ιδεολογικά μάλιστα.

Για να υπερβεί η χώρα την κρίση επιτέλους χρειάζεται αλλαγή πολιτικής, αποτελεσματική διαπραγμάτευση, προοδευτική πολιτική, με στόχο τη μείωση της σπατάλης πόρων με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Χρειαζόμαστε ένα υγιές παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης με αρμονική συνύπαρξη ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, με ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας με κοινωνική συνοχή και ποιοτικές υπηρεσίες κοινωνικής πολιτικής.

Το ερώτημα όμως είναι το πώς μπορούμε να τα εγγυηθούμε όλα αυτά; Για να φτάσει κανείς ως αυτά, για να τα κάνει εφαρμοσμένες πολιτικές χρειάζεται πρώτα να προσδιορίσει καθαρά με ποιον θα πάει και ποιον θα αφήσει.

Εδώ δεν εννοώ με ποιες πολιτικές δυνάμεις και συμμαχίες. Έχω υπόψη μου: Με ποια κοινωνικά στρώματα και ποιές κοινωνικές δυνάμεις θα πάμε.

  • Με ποιους μεσαίους;

Με τους κρατικοδίαιτους ή με τους καινοτόμους;

  • Με ποιους συνδικαλιστές;

Αυτούς της στασιμότητας ή αυτούς που θέλουν τον συνδικαλισμό όργανο της εργασίας και όχι της συντεχνίας;

  • Με ποια φτωχά κοινωνικά στρώματα;

Με αυτά των δηλώσεων στην εφορία ή με αυτά της πραγματικότητας;

  • Ακόμη και με ποια αστική τάξη;

Με την κρατικοδίαιτη, με αυτήν μόνο των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών ή με αυτή της πραγματικής παραγωγής υλικών και άυλων προϊόντων;

  • Με ποιο κράτος;

Αυτό της αναπαραγωγής της φτώχειας και των ανισοτήτων ή με το κράτος παροχής κοινωνικών υπηρεσιών που λειτουργούν ως επιταχυντές της ανάπτυξης;

Η προώθηση αυτών των νέων κοινωνικών συμμαχιών με όρους παρόντος και μέλλοντος και όχι παρελθόντος είναι που θα πείσει τους πολίτες ότι η προοδευτική διακυβέρνηση του τόπου περνά μέσα από την δική μας ισχυροποίηση. Μόνο αυτή η ισχυροποίηση μπορεί να ανατρέψει τον σημερινό μικρό διπολισμό, μόνο αυτή χαλάει τα καιροσκοπικά σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ και τα συντηρητικά της ΝΔ. Και αυτή η ισχυροποίηση θα έρθει όταν όλοι ξέρουν με ποιον και με τι είμαστε και με ποιον και με τι δεν είμαστε. Και σε αυτή την περίπτωση εφόσον οι πολίτες φέρουν το νέο φορέα μέσα στις τρεις πρώτες δυνάμεις, και λάβει διερευνητική εντολή, αυτός οφείλει να καταθέσει και να διαπραγματευθεί την δική του προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης σε όλα τα δημοκρατικά φιλοευρωπαϊκά κόμματα.

 

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε με σταθερότητα και επιμονή την προσπάθεια που ξεκινήσαμε το 2015, όταν σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες η ΔΗΜΑΡ μαζί με το ΠΑΣΟΚ αποφασίσαμε την συγκρότηση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης. Αυτό ήταν το πρώτο σημαντικό βήμα που άνοιξε τον δρόμο για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς. Η συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων που επιτεύχθηκε αποτελεί για εμάς δικαίωση μιας επίπονης προσπάθειας για την ενότητα και ανανέωση όλων των δυνάμεων του χώρου με στόχο τη συγκρότηση του ενιαίου φορέα.

Οι ανοιχτές μαζικές διαδικασίες στην εκλογή επικεφαλής ήταν μία μεγάλη νίκη της νέας προοδευτικής παράταξης. Οι πολίτες μίλησαν και έστειλαν το δικό τους μήνυμα προς όλες τις πολιτικές κατευθύνσεις. Το μήνυμα όμως αφορά και εμάς, τα κόμματα και τις κινήσεις που συμμετέχουμε στις διεργασίες συγκρότησης του νέου φορέα. Οι πολίτες επαναδραστηριοποιήθηκαν για μια σύγχρονη προοδευτική παράταξη που θα απευθύνεται στο παρόν και στο μέλλον.

Είναι τώρα ευθύνη όλων μας να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες των πολιτών και οι διερ­γα­σί­ες να οδηγήσουν σε έναν ισχυρό φορέα με στόχο την αλλαγή των πολιτικών συσχε­τι­σμών στην χώρα. Έναν φορέα με σύγχρονο πολιτικό λόγο και ξεκάθαρη οριοθέτηση, τόσο από το ΣΥΡΙΖΑ όσο και από τη ΝΔ, για να εξελιχθεί σε ένα μεγάλο προοδευτικό πλειοψηφικό ρεύμα.

Σε όλο το προηγούμενο διάστημα λειτουργήσαμε εποικοδομητικά με στόχο να δημιουργηθεί ένας ισχυρός φορέας της κεντροαριστεράς. Προτείναμε και πιέσαμε για προωθητικές ενέργειες, όπως την εκλογή επικεφαλής από τη βάση εντός του 2017 και την συμπόρευση όλων των δυνάμεων για έναν ισχυρό ενιαίο φορέα. Οι στόχοι μας επιτεύχθηκαν και για αυτό δεν μπορεί παρά να είμαστε ικανοποιημένοι. Επιμέρους βέβαια προτάσεις μας, που θεωρούμε ότι θα οδηγούσαν σε ακόμη καλύτερο αποτέλεσμα, δεν υιοθετήθηκαν, όπως το Συνέδριο πριν από την εκλογή επικεφαλής, η διπλή κάλπη κ.ά. Αυτό όμως δεν αναιρεί ότι το τελικό ισοζύγιο είναι θετικό.

Τα σύγχρονα πολιτικά κόμματα, ιδίως στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, είναι πολυσυλλεκτικά, όχι μονολιθικά. Είναι φυσικό, στο πλαίσιο της λειτουργίας τους, να εκφράζονται και να συντίθενται διαφορετικές απόψεις και αποχρώσεις. Ο πλουραλισμός είναι ένδειξη υγείας και δημοκρατίας. Και αυτό θα γίνει και στην πορεία προς το Συνέδριο. Με την ίδια εποικοδομητική στάση θα προσέλθουμε και στον προσυνεδριακό διάλογο ενόψει του Ιδρυτικού Συνεδρίου του νέου ενιαίου φορέα. Με συγκεκριμένες πολιτικές και προγραμματικές θέσεις αλλά και προτάσεις.

Θα καταθέσουμε μεταξύ άλλων τις εξής προτάσεις ενόψει του Συνεδρίου του νέου ενιαίου φορέα:

  • Την πρόταση για ενοποίηση των Κοινοβουλευτικών Ομάδων της Δημοκρατικής Συμπαράταξης ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ και Ποταμιού σε μία ισχυρή Κοινοβουλευτική Ομάδα υπό την εκλεγμένη επικεφαλής Φώφη Γεννηματά. Αυτό θα δώσει ακόμη μεγαλύτερη δυναμική στο εγχείρημα και θα συμβάλλει στην υπέρβαση αντιφάσεων που αλλιώς συνεχώς θα εμφανίζονται. Θα είναι παγκόσμια πρωτοτυπία που θα μπερδέψει τους πολίτες εάν συνεχίσει, ιδίως μετά το Συνέδριο, να υπάρχει εκτός Βουλής νέος φορέας με νέο όνομα και εντός Βουλής άλλη εικόνα με ξεχωριστές κοινοβουλευτικές ομάδες.
  • Στο θέμα της ονομασίας του νέου φορέα, το νέο όνομα θα πρέπει να είναι πιο ευρύ από το «Δημοκρατική Συμπαράταξη», όχι πιο στενό και συγκυριακό, και να εκφράζει όλο το χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, της ανανεωτικής αριστεράς και του προοδευτικού κέντρου. Γι’ αυτό με δεδομένο ότι η συζήτηση άνοιξε, ενόψει του Ιδρυτικού Συνέδριου θα προτείνουμε μία ονομασία με βαθύτερο πολιτικό περιεχόμενο, όπως Δημοκρατικό Κόμμα.
  • Την μετεκλογική μας στάση, όταν έρθει εκείνη η στιγμή και τεθεί θέμα, προτείνουμε να την αποφασίσει η βάση όλης της κεντροαριστεράς με δημοψήφισμα. Πρέπει και εμείς να υιοθετήσουμε τις βέλτιστες δημοκρατικές πρακτικές, με τις κρίσιμες αποφάσεις στα σοβαρά θέματα να λαμβάνονται συλλογικά από την βάση και όχι σε κλειστά γραφεία. Αυτό θα προτείνουμε να αποφασισθεί στο Συνέδριο, αν θέλουμε να είμαστε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα.

Για όλα αυτά τα ζητήματα δεν μπορούν να υπάρχουν προειλημμένες αποφάσεις ερήμην του Ιδρυτικού Συνεδρίου του νέου φορέα.

 

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Στην περίοδο αυτή πρέπει να επαναφέρουμε την πολιτική στο προσκήνιο. Εμείς έχουμε ξεκάθαρες θέσεις για το πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα.

Να πετύχουμε την σύνθεση των θέσεων της σοσιαλδημοκρατίας, της ανανεωτικής αριστεράς και του προοδευτικού κέντρου με στόχο μία νέα και σύγχρονη πολιτική και προγραμματική ταυτότητα για να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Να λειτουργεί ο φορέας απολύτως συλλογικά σε όλα τα επίπεδα ώστε να αποδεικνύει ότι πραγματικά αποτελεί κάτι νέο σε σχέση με τα παραδοσιακά συγκεντρωτικά κόμματα.

Το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα πρέπει να προχωρήσουμε με γρήγορα βήματα για την υλοποίηση των στόχων μας. Εντός του μηνός πρέπει να ανακοινωθεί η Οργανωτική Επιτροπή Συνεδρίου και αμέσως μετά πρέπει να δημιουργηθούν οι Επιτροπές Θέσεων κ.ά. για να ξεκινήσει ο προσυνεδριακός διάλογος ώστε το Συνέδριο να διεξαχθεί το πρώτο τρίμηνο του 2018. Το Ιδρυτικό Συνέδριο του νέου φορέα είναι το ανώτατο όργανο που θα αποφασίσει για όλα τα θέματα. Ο νέος φορέας θα πρέπει να ενισχύσει τις συλλογικές λειτουργίες. Οι δημοκρατικές διαδικασίες και ένα συγκεκριμένο προοδευτικό πολιτικό πρόγραμμα είναι τα δύο κρίσιμα στοιχεία που θα συγκροτήσουν την ταυτότητα, θα εκπέμψουν το στίγμα και θα κάνουν διακριτό το νέο φορέα.

Η ΔΗΜΑΡ και ο χώρος της ανανεωτικής αριστεράς μπορεί και θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη νέα εποχή της κεντροαριστεράς. Με τις ιδέες, τις θέσεις, τις παρεμβάσεις και τις προτάσεις μας μπορούμε να συμβάλλουμε σημαντικά στις επερχόμενες εξελίξεις. Με πεποίθηση στις δυνάμεις μας και στην συλλογικότητά μας.

Έχουμε ακόμη πολλή δουλειά μπροστά μας, θα έλεγα μάλιστα περισσότερη απ’ όσο είχαμε μέχρι τώρα, αλλά είναι στο χέρι μας να πετύχουμε. Αρκεί να ληφθούν τολμηρές αποφάσεις να αξιοποιήσουμε το θετικό momentum και τις προσδοκίες των πολιτών.

Ο δρόμος που ανοίξαμε το 2015 για μία ισχυρή ενωμένη και ανανεωμένη κεντροαριστερά μπορεί να είχε και να έχει ανηφόρες, εμπόδια και στροφές, αλλά τώρα ο τελικός προορισμός φαίνεται πιο καθαρά από ποτέ.”